Δευτέρα 12 Μαρτίου 2012


Το μάθημα της πατάτας.

Σαν χρήσιμο πράγμα που ικανοποιεί διατροφικές ανάγκες, ένα τσουβάλι πατάτες Νευροκοπίου 20 κιλών στο Πάρκο Γουδή, ή στην είσοδο του Δημαρχείου Βύρωνα, ή στον παράδρομο της Εθνικής οδού Αθηνών - Λαμίας στη Νέα Κηφισιά δεν διαφέρει σε τίποτα από οκτώ συσκευασίες των δυόμισι κιλών πατάτας Νευροκοπίου σε ένα σούπερ μάρκετ στου Ζωγράφου, ή στον Βύρωνα ή στην Πολιτεία της Κηφισιάς.
Αντιθέτως, σαν εμπορεύματα, δηλαδή σαν κοινωνικά πράγματα, το τσουβάλι των είκοσι κιλών και οι συσκευασίες των δυόμισι κιλών διαφέρουν σημαντικά.
Το τσουβάλι των είκοσι κιλών είναι ένα απλό (μη καπιταλιστικό) εμπόρευμα, δηλαδή ένα εμπόρευμα που η πώλησή του, η μετατροπή του σε χρήμα, πέρα από το κόστος παραγωγής, εξασφαλίζει στον κάτοχό του, τον αγρότη-μικροπαραγωγό, απλώς ένα ατομικό εισόδημα διαβίωσης, κατά περίπτωση περισσότερο ή λιγότερο ικανοποιητικό. Κι αυτό διότι έχει παραχθεί και συσκευαστεί από μια οικογενειακή μικροεπιχειρηματική δραστηριότητα, στην οποία ο ιδιοκτήτης είναι και άμεσα εργαζόμενος.

Τρίτη 6 Μαρτίου 2012

Το παραμύθι της ανάπτυξης. Tου Γιάννη Μακριδάκη

Ήτανε μια φορά κι έναν καιρό μια παραδοσιακή ελληνική οικογένεια που ζούσε σε ένα όμορφο σπίτι στην ύπαιθρο και είχε ένα εύφορο κτήμα ολόγυρα, είχε πηγάδι, στέρνα, περιβόλι και ζώα διάφορα. Πολλές γενιές έζησαν και έθρεψαν τα παιδιά τους μέσα σε αυτό το κτήμα, αλλά έφτασε κάποτε η ώρα, εντός της δεκαετίας του 1980, κατά την οποία ο πατέρας, που είχε μεγαλώσει δουλεύοντας στη γη και μπούχτισε, πήρε τη μεγάλη απόφαση. Να λάβει δάνειο από την τράπεζα και να χτίσει μες στο κτήμα ενοικιαζόμενα δωμάτια για να φιλοξενεί τουρίστες, να συμβαδίσει με την εποχή του και να αναπτυχθεί.
Έχτισε λοιπόν ένα μεγάλο κομμάτι γης που το χρησιμοποιούσαν μέχρι πρότινος για την παραγωγή των αναγκαίων προϊόντων της διατροφής τους αλλά δεν τον πείραξε και πολύ διότι, όπως τα υπολόγισε, με τα λεφτά που κέρδιζε από τον τουρισμό μπορούσε όλα αυτά που δεν παρήγαγε πλέον να τα αγοράζει και να είναι και πιο ξεκούραστος- πέταξε σιχτιρίζοντας και τους παλιούς σπόρους που είχε κρατημένους στο κελάρι ο μακαρίτης ο πατέρας του, ως άχρηστους πλέον.
Οι δουλειές πήγαιναν αρκετά καλά, ξεπλήρωνε τις δόσεις του δανείου κανονικότατα και έτριβε τα χέρια του, ήτανε περήφανος για την απόφασή του και κορδωνότανε κάθε τόσο στη γυναίκα του που έπλενε σεντόνια γελώντας κι αυτή. Μετά από ένα διάστημα αποφάσισε να επεκτείνει λίγο ακόμα την επιχείρησή του, κι έτσι έβγαλε τα ζώα από το κτήμα διότι βρομούσαν και δεν συμβάδιζαν με τους νέους κανόνες υγιεινής, άσε που έπιαναν και πολύτιμο χώρο, έχτισε μερικά ακόμα δωμάτια, έριξε τσιμέντο σε ένα ακόμα μέρος του κτήματος για να το κάνει χώρο στάθμευσης των αυτοκινήτων των πελατών αλλά και των οχημάτων της οικογένειας που φτάσανε να έχουν από ένα ο καθένας τους, να μη σηκώνεται και σκόνη απ' το χώμα, κι έκανε βόθρο το πηγάδι διότι δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς μιας και οι επισκέπτες αυξάνονταν χρόνο με το χρόνο και οι ανάγκες ήταν επείγουσες.

Τετάρτη 29 Φεβρουαρίου 2012

Η  Δημοκρατία και  το ποδήλατο

 

Η Δημοκρατία είναι σαν το ποδήλατο. Αν δεν κάνεις συνέχεια πεντάλ, πέφτεις. Δυστυχώς, δεν υπάρχει κανένας άλλος τρόπος για να λειτουργήσει. Κάθε υπόσχεση για μια Δημοκρατία που μπορεί να ικανοποιεί εύκολα και γρήγορα τις ελευθερίες των ανθρώπων είναι αυταπάτη, καταστροφή. Η ραθυμία που σε παραδίδει στη «μηχανοκίνητη» Δημοκρατία της σωτηρίας μέσω τρίτων, ακόμη και αν δεν καβαλήσει το ερπυστριοφόρο τανκ αλλά τη χλιδάτη κλιματιζόμενη υπουργική Μερσεντές (Lexus έστω) έχει το ίδιο αποτέλεσμα. Κάποια στιγμή, μια καλοξυρισμένη φιγούρα σ’ ένα κουστούμι εποχής θα αναγγείλει μπροστά στις κάμερες τους φόβους που πρέπει να γίνουν μαζική υστερία. Είναι το τέλος της Δημοκρατίας.
Η Δημοκρατία που υποσχέθηκε η Μεταπολίτευση ήταν σαν τα όνειρα των εφήβων. Πολύχρωμα, γεμάτα ενθουσιασμό και σύντομα. Όταν διπλώθηκαν οι πολύχρωμες σημαίες, τα συνθήματα υποχώρησαν, όπως ο νεανικός ενθουσιασμός, και η ενηλικίωση δεν σήμανε απαραίτητα και την ωριμότητα. Η Ελλάδα συνήθισε να θεωρεί Δημοκρατία ένα υβρίδιο δικαιωμάτων που μετατράπηκε σε ολιγαρχία συμφερόντων. Ψήφιζε για να επιλέξει ένα κόμμα, αλλά όχι για να ανατρέψει την κατάσταση διαπλοκής ή διαφθοράς. Η διαφθορά, η θεσμοθέτησή της, υπήρχε πάντα στους νόμους που ψηφίζονταν, όπου κάποιο άρθρο νόμου αντικαθιστούσε κάποιο άλλο, χωρίς πολλές αναφορές στην ουσία, ώστε να κρύβει τα συμφέροντα που φωτογράφιζε. Δεν υπάρχει νόμος του ελληνικού Κοινοβουλίου δίχως «φωτογραφικές» διατάξεις. Μπορεί να νομιμοποιούν αυθαίρετα επωνύμων, να χαρίζουν φόρους σε επιχειρηματίες ή να αποφυλακίζουν, ακόμη, τους εγκληματίες του λευκού κολάρου στο όνομα της αποσυμφόρησης των φυλακών.
ΓΙΑΤΙ ΠΙΣΤΕΥΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ;
                           
 του Νίκου Σαραντάκη                                                

Το ερώτημα «γιατί πιστεύουμε ως Οικολόγοι-Πράσινοι στην κοινωνική οικονομία» είναι εύλογο. Όπως εύλογη είναι και η καχυποψία με την οποία μεγάλη μερίδα της κοινωνίας αντιμετωπίζει όλο το φάσμα των οργανώσεων που θεωρητικά εντάσσονται σε αυτήν την κατηγορία, όπως Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, Συνεταιρισμοί, «Κοινωφελή και Φιλανθρωπικά Σωματεία», κλπ. Ο λόγος της καχυποψίας δεν είναι άλλος από τον τρόπο που διαχειρίστηκε το ελληνικό κράτος (αλλά δυστυχώς και συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες) το δημόσιο και κοινοτικό χρήμα, που κατά καιρούς προοριζόταν για την  «Κοινωνία των Πολιτών», για τους Αγροτικούς και άλλους Συνεταιρισμούς, για τις διάφορες νεφελώδεις Μ.Κ.Ο. (που συχνά συντηρούνταν από «Ειδικούς Λογαριασμούς» του Κράτους), φτάνοντας στις μέρες μας στο «Πρόγραμμα Κοινωφελούς Εργασίας», που δυστυχώς φαίνεται να εξελίσσεται σε μία ακόμα χαμένη ευκαιρία. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, οι δημόσιοι πόροι κατά κανόνα κατασπαταλήθηκαν είτε (στην καλύτερη περίπτωση) σε μία κακώς εννοούμενη επιδοματική πολιτική, είτε (στη χειρότερη περίπτωση) σε ύποπτες συναλλαγές με την εκάστοτε κυβερνητική εξουσία. Δίκαια λοιπόν αναρωτιούνται πολλοί γιατί να συνεχίζει το κράτος να «ρίχνει λεφτά» σε μία ακόμα «μαύρη τρύπα», δίπλα στην μεγάλη τρύπα των ελλειμμάτων του δημοσίου. Και μαύρη τρύπα δεν σημαίνει τίποτα άλλο από χρήματα που χάνονται στις τσέπες κάποιων, χωρίς να ανταποδίδουν τίποτα απολύτως στην κοινωνία.

Τρίτη 28 Φεβρουαρίου 2012

Αριστερά και οικολογικά… αναγκαστικά
 Οι κυβερνήσεις των μνημονίων δίνουν γη και ύδωρ στους «επενδυτές», υπό τον εκβιασμό «ή περιβάλλον ή ανάπτυξη και δουλειές»    Του Χάρη Κωνσταντάτου
Στη σημερινή σκληρή κοινωνικά συγκυρία τα θέματα οικολογίας και περιβάλλοντος δεν βρίσκονται «ψηλά» στην πολιτική ατζέντα, η οποία -δικαιολογημένα- κυριαρχείται από αντιπαραθέσεις για τα «κεντρικά επίδικα»: το «χρέος» και τα μέτρα, το να φύγει η κυβέρνηση και να πέσουν τα μνημόνια κ.λπ.Ωστόσο, η αριστερά και τα κινήματα αναγνωρίζουν κατά βάση ότι η κρίση που εκδηλώνεται διεθνώς και στο εθνικό επίπεδο σήμερα είναι συστημική και πολύπλευρη, κοινωνικοοικονομική και οικολογική. Σχετίζεται απόλυτα με το νεοφιλελεύθερο μοντέλο ανάπτυξης που έχει κυριαρχήσει τις τελευταίες δεκαετίες και την εγγενή τάση του καπιταλιστικού συστήματος για επέκταση, μεγέθυνση και απομύζηση πόρων –συχνά μέσω της καταστροφής.
Σε αυτή τη συγκυρία, γίνονται ίσως περισσότερο συνειδητά από περισσότερους/ες η συνολική οικολογική υποβάθμιση, τα περιβαλλοντικά σκάνδαλα και οι φυσικές καταστροφές που προκάλεσε και προκαλεί ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός. Μεγαλύτερα τμήματα των κοινωνιών αναζητούν εναγωνίως ιδέες και προτάσεις διεξόδου από την κρίση και εναλλακτικές προοπτικές ανάπτυξης και διαχείρισης των συλλογικών πόρων –γεγονός που αφορά κύρια την αριστερά.

ΠΡΑΣΙΝΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ
Στην Ελασσόνα στις 17/2/2012 ολοκληρώθηκαν με επιτυχία οι εργασίες της εκδήλωσης των Οικολόγων Πράσινων Λάρισας, με συμμετοχή μελών, τοπικών φορέων και εκπροσώπων του Δήμου Ελασσόνας. Το θέμα της εκδήλωσης ήταν «Πράσινες προτάσεις για την αγροτική επιχειρηματικότητα». Η επικεφαλής της προεκλογικής εκστρατείας των Οικολόγων Πράσινων κ . Κοντούλη Ιωάννα αναφέρθηκε στην ανάγκη για μια Αγροτική Πολιτική, με μετρήσιμους στόχους, χρονοδιαγράμματα, αξιολόγηση και...
ιχνηλασιμότητα ευθυνών στην καθυστέρηση υλοποίησης των επενδύσεων, αλλά και για ένα σταθερό πλαίσιο που θα ενθαρρύνει την αγροτική επιχειρηματικότητα. Σήμερα οι ευθύνες του κράτους στην υλοποίηση του Προγράμματος των Νέων γεωργών και των Σχεδίων Βελτίωσης συνδέονται με καθυστερήσεις και πολύ γραφειοκρατία.

Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2012


Θα πάω στο χωριό μου

Θα πάω στο χωριό μου
του Δημήτρη ΚαμπουράκηΤο ακούω όλο και συχνότερα: «Θα πάω στο χωριό μου. Θα βάλω πατάτες, ντομάτες, μαρούλια, κοτόπουλα, κουνέλια. Θα μαζεύω το λάδι μου. Θα ‘χω το κρασί, το τσίπουρο μου. Εκεί τα πράγματα είναι φτηνά. Κι έπειτα τι να κάνω στην Αθήνα χωρίς δουλειά; Εκεί θα επιβιώσω.»

Αμ, δεν θα πας. Κι αν πας, θα φύγεις γρήγορα.

Γιατί θα μπεις στο internet στην «καλλιέργεια πατάτας» κι όλα θα μοιάζουν απλά, όμως στην πράξη τίποτα δε θα μπορείς να εφαρμόσεις. Τότε θα πάς στο καφενείο και θα ρωτάς πώς καλλιεργούνται οι πατάτες κι οι θαμώνες θα σε δουλεύουνε. Θα σού εξηγήσουν βέβαια, αλλά θα χασκογελάνε με νόημα. Θα ψάχνεις πατάτες με μπόλικα μάτια για να τις φυτέψεις και δεν θα βρίσκεις. Κι όταν τα καταφέρεις, θα πρέπει να σκάψεις τις αυλακιές στο χωράφι κι είναι μεγάλος ο κόπος της τσάπας σε λασπωμένο έδαφος κι ακόμα μεγαλύτερη η τέχνη της. Γιατί θ’ αγκομαχάς σκυφτός και θα ιδρώνεις κι όταν θα κοιτάς πίσω σου θα βλέπεις ότι τα πόδια σου πατούσαν εκεί που έσκαβες και το τσιμεντοποίησαν πάλι το έδαφος. Κι έτσι τη χαλασμένη αυλακιά πρέπει να την ξαναπάρεις από την αρχή και θα μπαίνουν σβώλοι από βρεγμένο χώμα μέσα στις γαλότσες σου, θα σού λερώνουν τις κάλτσες και θα βλαστημάς. Κι όταν παραχώσεις τους βολβούς στο χωράφι την άνοιξη, θα περιμένεις υπομονετικά (αλλά όχι ξεκούραστα) ως τον Ιούλιο. Θα πηγαίνεις κάθε πρωί στο μποστάνι, θα κοιτάς τις πατατιές που μεγαλώνουν, θα νιώθεις ικανοποίηση αλλά δεν θα είσαι σίγουρος αν προχωράνε καλά ή χάλια. Δεν θα ξέρεις αν χρειάζονται λίπασμα και πόσο, εσύ θα προτιμούσες κοπριά αλλά πού να τη βρεις και πως να τη μεταχειριστείς που είναι ζωική και βρωμάει;